Παρασκευή, 9 Απριλίου 2010

Τεύχος 81 - επιλεγμένο κείμενο

M. Γ. Μερακλής: Ευριπίδου «Μήδεια» - Μια συμπληρωματική ερμηνευτική εκδοχή

Η θρυλική αυτή τραγωδία του Ευριπίδη είναι βέβαια η τραγωδία του έρωτα και του θανάτου, του θανάσιμου έρωτα. Ακούγοντας ο χορός των γυναικών τη Μήδεια να ξεφωνίζει από τον πόνο και το θυμό, της απευθύνει ένα σπαραχτικό ερώτημα, σε μια προσπάθεια να την παρηγορήσει: τι πάθος είναι αυτό, δυστυχισμένη, και τι πόνος για το προδομένο κρεβάτι, και τρέχεις να δώσεις τέλος με το θάνατό σου… (στ. 150-3). Οπωσδήποτε σε ένα κείμενό μου, όπου ανίχνευσα τη γενικότερη παρουσία του σύγχρονου τότε λαϊκού πολιτισμού στην τραγωδία, ανέδειξα ως προφανές γεγονός ότι, δίπλα στο μέγα θέμα του ερωτικού πάθους, κυριαρχεί επίσης και το θέμα του όρκου, και ειδικότερα της παραβίασής του. Από την αρχή ως το τέλος η Μήδεια καταγγέλλει την επιορκία του Ιάσονα. Και ζητάει τη συμπαράσταση των θεών στο δράμα της με τη βεβαιότητα ότι θα τιμωρήσουν τον επίορκο ή, καλύτερα, ότι η τιμωρία που η ίδια θα του επιβάλλει, όσο σκληρή κι αν είναι, θα έχει την έγκρισή τους, γιατί αυτή θα είναι σύμφωνη με τη θεία Δίκη. Στο βάθος καθιστά τους θεούς, οι οποίοι θεωρούν ιερό τον όρκο και μέγα έγκλημα την παραβίασή του, συναντιλήπτορες στο έργο που μελετά.

Μπορεί η εμμονή της Μήδειας στο ζήτημα της επιορκίας και της «ψευδορκίας» να θεωρηθεί ως προσπάθεια ηθικής κάλυψης της φοβερής πράξης στην οποία αποφάσισε να προχωρήσει. Όμως αυτό δείχνει κιόλας την εξέχουσα θέση που είχε ο όρκος στη λαϊκή πίστη, στη συλλογική συνείδηση. Και μπορεί να καταγγέλλεται συναφώς, κοινωνικότερα, μια χαλάρωση του θεσμού αυτού, ιδίως από τα ανώτερα στρώματα των πολιτών, θεσμού που συνέβαλλε σε μια πιο σφιχτή συνοχή της Πολιτείας.

Ενώ δεν έχει ακόμα η Μήδεια εμφανιστεί στη σκηνή, η «τροφός» πληροφορεί το χορό ότι μέσα στο σπίτι της η «δύστηνος, ητιμασμένη βοά» για τους όρκους πίστης που της έδινε ο άντρας της και τους πάτησε. Και καλεί για μάρτυρες τους θεούς, πως ατίμασε ο Ιάσονας τους όρκους. Οι φωνές της ακούγονται ως μέσα στα σπίτια των γυναικών. Και είναι γι’ αυτό που ήλθαν, θέλοντας να την παρηγορήσουν. Επικαλούνται κι αυτές τους θεούς, τη βεβαιώνουν ότι ο Δίας θα είναι μαζί της στην αδικία που υφίσταται.

Η Μήδεια εξακολουθεί να σπαράζει: «Μεγάλη Θέμιδα και αγία Αρτέμιδα, κοιτάξτε πως πονώ, κι ας είχα δέσει με όρκους μεγάλους τον καταραμένο μου άντρα». Απευθύνεται και στον Δία βεβαίως, που είναι ο κατ’ εξοχήν διαχειριστής («ταμίας») των όρκων των θνητών (στ. 169). Επανειλημμένα κράζει το Δία και την «ορκίαν Θέμιν». Ο χορός συντάσσεται σταθερά μαζί της στην υπεράσπιση των όρκων, προεκτείνοντας μάλιστα το πρόβλημα πολύ πιο πέρα από το συγκεκριμένο περιστατικό: το βλέπει ν’ απλώνεται σ’ όλη την Ελλάδα: «Βέβακε δ’ όρκων χάρις, ουδ’ ετ’ αιδώς Ελλάδι τα μεγάλα μένει» (στ. 439-40). Με αναισχυντία προδίδει ολόκληρη η Ελλάδα τους όρκους! Εδώ πια η φράση, βγαλμένη μάλιστα από το στόμα του χορού, παίρνει τη σημασία μιας πραγματικής, πλατιάς καταγγελίας για την παραμέληση ή απεμπόληση ενός παραδοσιακού λαϊκού θεσμού.

Φυσικά δεν αλλάζει στάση η Μήδεια και επί σκηνής. Μόλις έρχεται αντιμέτωπη με τον κυνικό Ιάσονα, θα τον κατηγορήσει για την καταπάτηση των όρκων που έδωσε. Δεν καταλαβαίνει, του λέει, αν αυτός πιστεύει πια στους ίδιους θεούς. Γιατί ασφαλώς γνωρίζει ο Ιάσων ότι δεν τήρησε τον όρκο («ουκ εύορκος ων»). Κι όταν αργότερα θα ζητήσει απ’ τον περαστικό από την Κόρινθο βασιλιά της Αθήνας Αιγέα να τη φιλοξενήσει στην πόλη του, δεν θα της είναι αρκετή η προφορική υπόσχεσή του. Θέλει να δεθεί με όρκο στους θεούς: στη μητέρα Γη, τον Ήλιο, και σα να μην έφταναν αυτοί οι κοσμολογικοί θεοί, του ζητεί η Μήδεια να ορκιστεί και σε «άπαν γένος» θεών. Ο Αιγέας ορκίζεται με τελετουργική σχολαστικότητα. Επιπλέον τον ρωτάει: Τι θα πάθεις «όρκω τώδε μη εμμένων;». Απαντάει εκείνος: Ό,τι παθαίνουν οι άνθρωποι που ασεβούν. Μόνο τότε θα ησυχάσει η Μήδεια. Κι όταν, ύστερα από όσα έπραξε, ανεβασμένη στο άρμα του Ήλιου θα φεύγει για την Αθήνα, θα στιγματίσει άλλη μια φορά τον Ιάσονα για το μέγα αμάρτημά του: «Ποιος θεός ή δαίμονας ακούει εσένα, τον «ψεύδορκον», που εξαπάτησε τους ξένους;» (στ. 1391-2).

Αν στη Μήδεια ο όρκος κι η επιορκία γίνονται ένα leit-motiv δίνοντας με τον τρόπο μιας φούγκας μεταβατική φάση ενός λαϊκού θεσμού, που ήδη ταλαντεύεται, στην κοινωνία, ανάμεσα στην αρχαϊκή κυριαρχία του και σε μιαν απαρχή χαλάρωσης της λειτουργίας και της αποτελεσματικότητάς του, σε άλλα δράματα, και των τριών ποιητών, θίγονται κι άλλες πλευρές του θέματος του όρκου. Περιορίζομαι σ’ ένα μόνο παράδειγμα. Στις Ευμενίδες παρατηρούμε μιαν εξόφθαλμα καιροσκοπική χρήση του όρκου. Ήδη νωρίς μέσα στο δράμα, όταν ο Απόλλωνας διώχνει τις Ερινύες απ’ το ναό του με τον πιο σκαιό τρόπο, ο θεός αποφαίνεται ότι ο γάμος του Δία με την Ήρα, ο γάμος εν γένει, είναι πιο πάνω απ’ τον όρκο. Και πιο πέρα ο ίδιος θα επαναλάβει: «όρκος γαρ ούτι Ζηνός ισχύει πλέον» (στ. 621). Εντούτοις ο ίδιος, απευθυνόμενος στους δικαστές που θα δικάσουν τον Ορέστη, τους ζητεί να τηρήσουν τον όρκο τους, γι’ αυτό κιόλας ορισμένοι αποδίδουν το στίχο αυτόν στις Ευμενίδες. Η απόδοση πάντως του στίχου στον Απόλλωνα είναι προτιμότερη, για να δηλωθεί η αντιφατικότητα ή η αυθαιρεσία και πανουργία των νέων θεών. Άλλωστε και η Αθηνά, μολονότι προτρέπει τους δικαστές του Αρείου Πάγου να ψηφίσουν «αιδούμενοι τον όρκον», σεβόμενοι τον όρκο που έδωσαν (στ. 710), παρεμβαίνει με τρόπο που ανατρέπει το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας, γυρίζοντας την έκβαση της δίκης υπέρ του Ορέστη…

Μ. Γ. ΜΕΡΑΚΛΗΣ
Ομότιμος Καθηγητής Παν/μίου Αθηνών & Ιωαννίνων

Δεν υπάρχουν σχόλια: