Σάββατο, 10 Απριλίου 2010

Τεύχος 82 - επιλεγμένο κείμενο

Σέφης Αναστασάκος: Οι κοινωνικοί αγώνες στο Μπουρίνι του Μ. Καραγάτση

Στο τέλος του 19ου αι. και στις αρχές του 20ού, η Θεσσαλία ήταν θέατρο των μεγάλων κοινωνικών αγώνων των κολλίγων – ακτήμονων καλλιεργητών που για πρώτη φορά επιχείρησαν να μεταβάλουν το φεουδαρχικό αστικοτσιφλικάδικο σύστημα που ίσχυε. Η περιοχή απελευθερώθηκε το 1881 αλλά οι κοινωνικές δομές της οθωμανικής κατοχής είχαν παραμείνει. Μάλιστα με το πέρασμα του ιδιοκτησιακού καθεστώτος από τους αγάδες και τους μπέηδες στους Έλληνες της διασποράς – γαιοκτήμονες (τσιφλικάδες), η κατάσταση όχι μόνο δεν βελτιώθηκε αλλά σε μεγάλο βαθμό επιδεινώθηκε. Αυτό οφειλόταν στην εφαρμογή του Αστικού Δικαίου, με το οποίοι οι κολλίγοι καλλιεργητές της γης έχασαν και τα λίγα δικαιώματα που είχαν, αφού τώρα πλέον ήταν απλοί μισθωτές της γης του αφέντη, ο οποίος είχε δικαίωμα ζωής και θανάτου επάνω τους και εύκολα μπορούσε να καταγγείλει τη μισθωτική σύμβαση και να διώξει του κολλίγους από το κτήμα του και από τις φτωχοκαλύβες όπου διέμεναν.

Παράλληλα, οι δομές της εξουσίας είχαν επιλέξει τη στήριξη των γαιοκτημόνων αφενός μεν επειδή οι εκπρόσωποι της Πολιτείας ήταν πλησιέστεροι σε αυτούς και αφετέρου οι τότε κυβερνήσεις δεν επιδίωκαν να συγκρουστούν μαζί τους, επειδή το νεοσύστατο ακόμα ελληνικό κράτος είχε ανάγκη από τα κεφάλαια των Ελλήνων της διασποράς, οι οποίοι μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας προσέτρεξαν και αγόρασαν από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τα μεγάλα θεσσαλικά αγροκτήματα. Η κατάσταση αυτή, οι σχέσεις των κολλίγων με τον αφέντη τους, η άγρια εκμετάλλευση του μόχθου των καλλιεργητών, η κοινωνική αθλιότητα των τελευταίων, η αδικία η οποία κυριαρχούσε στην περιοχή αυτή, ο εξευτελισμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και η ελπίδα που μόλις άρχιζε να ροδίζει στον πολύπαθο θεσσαλικό κάμπο, όλα αυτά αποτελούν το υπόστρωμα πάνω στο οποίο ο Καραγάτσης θα στήσει τη νουβέλα του, το Μπουρίνι (το καλύτερο έργο του και ίσως το καλύτερο γραπτό της νεοελληνικής πεζογραφίας μας).

Ο συγγραφέας θα τοποθετήσει το σκηνικό του έργου του στην παραπάνω αναφερόμενη περίοδο, σε τοπίο γνώριμο στον ίδιο (αφού και ο ίδιος ήταν Θεσσαλός) και οι ήρωές του θα είναι οι απλοί άνθρωποι μιας δύστυχης ζωής, όπου ο νόμος του ισχυρότερου θα κυριαρχεί και η αδικία θα είναι μια διαρκής βιωματική κατάσταση, που δεν αφήνει περιθώρια μεταβολής. Οι κολλίγοι θα συνεχίσουν να σκύβουν το κεφάλι στον αφέντη, από φόβο περισσότερο παρά από σεβασμό, και όταν ο επιστάτης του κατά το ζύγισμα της σοδειάς (για να πάρει το μισό), “με το πόδι του πατάει τη ζυγαριά” μπροστά στα μάτια τους, για να αυξήσει πλασματικά το βάρος, αυτοί δεν τολμούν ούτε καν να διαμαρτυρηθούν.

Στο Μπουρίνι υποφέρει μια οικογένεια κολλίγων με δυο παιδιά, τα οποία είναι προϊόν βιασμού από δύο Οθωμανούς, χωρίς το γυναικείο θύμα να μπορεί να διαμαρτυρηθεί. Ο νέος γαιοκτήμονας – Έλληνας αυτή τη φορά – θα συνεχίσει την “παράδοση” και θα βιάσει τη θυγατέρα του κολλίγου, η οποία θα πεθάνει αβοήθητη από ακατάσχετη αιμορραγία στα πλαίσια του μεσαιωνικού φεουδαλικού κατάλοιπου του δικαιώματος της “πρώτης νύχτας του γάμου”. Όταν ο κολλίγος Γκουντής Ποτούλης θα κληθεί από ένα δικαστήριο να καταθέσει για το περιστατικό, θ' αρνηθεί το έγκλημα του τσιφλικά, διότι σε αντίθετη περίπτωση αυτός θα μπορούσε να τον αποβάλει από το τσιφλίκι του.

Η έκφραση οργής των κολλίγων για την κοινωνική καταπίεση θα εκδηλωθεί στο πρόσωπο του γιου του κολλίγου Νάσου, ο οποίος ανέλαβε να “εκδικηθεί” την εγκληματική συμπεριφορά του αφέντη-τσιφλικά σε βάρος της αδελφής του. Αλλά οι τότε κοινωνικές συνθήκες ήταν σκληρές, άγριες και απάνθρωπες και ο νεαρός καραγκούνης όχι μόνο δεν θα “αποκαταστήσει” την τιμή της αδελφής και δεν θα εκδικηθεί τον θάνατό της, αλλά θα βρεθεί και κατηγορούμενος διότι επιχείρησε να σκοτώσει τον βιαστή και δολοφόνο. Η χωροφυλακή που θα προστρέξει θα οτν ενοχοποιήσει για την απόπειρα και θα του φορτώσει επίσης τον θάνατο της Γαλλίδας ερωμένης του αφέντη, που ο ίδιος την σκότωσε γιατί είχε συνάψει σχέσεις με τον νεαρό καραγκούνη. Ο Νάσος θα δικαστεί και θα κηρυχθεί ένοχος δύο σοβαρών αδικημάτων και σε λίγο θα πέσει αιμόφυρτος από τους τουφεκισμούς του αποσπάσματος.

Η νουβέλλα ολοκληρώνει τη νεορεαλιστική της απεικόνιση με μια χαραμάδα αδύνατο φως, ικανό όμως να τροφοδοτήσει την ελπίδα μιας άλλης μέρας, όταν οι κοινωνικές συνθήκες θα είχαν ωριμάσει και ο ήλιος της Δικαιοσύνης θα μπορούσε να θερμάνει τις ανθρώπινες ψυχές και όταν θα μπορούσαν να ελεγχθούν τουλάχιστο οι αδικίες στη ζωή. Ο Καραγάτσης θα κλείσει την πικρή κατά τα άλλα αυτή σιτορία, με τις αναπολήσεις του εισαγγελέα της δίκης του Νάσου – που πρότεινε την απαλλαγή του – και του δικηγόρου του που είχε διοριστεί αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο.

Αλλά είναι καιρός αυτή τη βιωματική ιστορία του Καραγάτση να επιχειρήσουμε να την προσεγγίσουμε αισθητικά, μια και η φορά των πραγμάτων και οι εναλλασσόμενες στο χρόνο και στον τόπο κοινωνικές συνθήκες μας επιτρέπουν να συντονίσουμε τις απέραντες αυτές άκρες των οριζόντων μιας εποχής που έφυγε.

“Έρχεται το Μπουρίνι”, θα μας πει ο συγγραφέας, σε μια προσπάθεια μεταφορικής αφαίρεσης της ανερχόμενης ροής των κοινωνικών αγώνων στην αρχή του προηγούμενου αιώνα, κύρια στον θεσσαλικό κάμπο, όπου οι αστραπές καταύγαζαν το δρόμο που ανοιγόταν μπροστά στο Κιλελέρ.

Αλλά ο Καραγάτσης ήταν ένας πολιτικοποιημένος συγγραφέας του Μεσοπολέμου που τον συγκινούσαν τα διάφορα κοινωνικά ρεύματα και τον επηρέαζαν οι ολοένα και πιο δυνατές φωνές μιας αγροτικής μεταρρύθμισης που θα περιλάμβανε την απαλλοτρίωση της γης ή ήταν ένας ρομαντικός οραματιστής ενός νέου κόσμου, που ερχόταν με λιγότερη αδικία και περισσότερο ανθρωπισμό;

Ανεξάρτητα πάντως από τη βυθομέτρηση της προσωπικής του ευαισθησίας, στο Μπουρίνι ο Καραγάτσηες είναι πλέον βέβαιο τώρα ότι δεν ήταν απλός παρατηρητής των κοινωνικών δρώμενων, αλλά ένας πολίτης που θέλει να μιλήσει πάντα με τον δικό του τρόπο, με τη μαγευτική νατουραλιστική έκφραση που δεν στοχεύει μόνο στην τέρψη του αναγνώστη, αλλά και στον συνειδητό προβληματισμό.

“Ο ήλιος πρόβαλε πίσω από την Όσσα. Πρόβαλε κόκκινος, σα μεγάλη κηλίδα αίμα πάνω στο γαλανό κι αμόλευτο κρύσταλλο τ' ουρανού. Αναγάλλιασε ο κάμπος”, θα πει ο συγγραφέας. “Τα στάχυα έσκυψαν ταπεινά τα κεφαλάκια τους, να χαιρετήσουν τον μεγάλο αφέντη της ημέρας. Σαν πιο άχρωμες έδειξαν οι άλικες παπαρούνες μέσα στην πορφύρα της ανατολής. Άρχιζε μια καινούρια μέρα για τους ανθρώπους”.

Το έργο του Καραγάτση είναι συνθετικό με μια εμμονή στην ανάδειξη ιστορικών και λαογραφικών στοιχείων που μέσα στον πυρήνα τους ενυπάρχει η σκιαγράφηση της διαδρομής των απλών ανθρώπων. Ο συνδυασμός αυτός ακολουθεί την αισθητική πορεία που τελικά καταλήγει στην επιθυμία του συγγραφέα να ζωντανέψει μια ηθογραφία, η οποία θα είναι στενά συνδεδεμένη με την ελληνική παράδοση των πόνων και των καημών των “ταπεινών και καταφρονεμένων”. Αλλά αναμφισβήτητα στο Μπουρίνι θα γνωρίσουμε τον κατ' εξοχήν ερωτικό Καραγάτση, που εκεί αφήνει τον αναγνώστη να προσεγγίσει τα άκρα όρια της απόλαυσης, τις αέναες προσταγές της σάρκας, μπροστά στις οποίες είναι αδύνατη κάθε άμυνα.

“Οι γυναίκες χόρευαν πιο φλογερά”, θα μας πει και πάλι ο συγγραφέας. “Χτυπούσαν τα μαυριδερά τους πόδια στη σκόνη, με νεύρο τετανικό. Με σάλεμα σπασμωδικό των γοφών, πρότειναν τις αδύνατες κοιλιές τους σ' ανύπαρχτα αρσενικά. Καθώς κροτάλιζαν τα δάχτυλά τους πάνω απ' τα κεφάλια, οι φλόγες ρόδιζαν τις τούφες της μασχάλης. Γέμιζαν αίμα τα στήθια, που σπαρτάριζαν ασυγκράτητα κάτω απ' τα πολύχρωμα τσίτια”.

Ας παρακολουθήσουμε όμως και την περιπλάνηση του “ζωγράφου”-συγγραφέα που απολαμβάνει τις διακυμάνσεις των στοιχείων της φύσης πάνω σε καμβά που πλέκεται σε γήινα πλάνα, όπου με μαγική μεταφορική δύναμη, ένα εποχιακό κι αιφνίδιο μπουρίνι συνταράσσει τον νεκρωμένο κάμπο, ενώ ταυτόχρονα αυτό σημαίνει συναγερμό στο ξέσπασμα του βίαιου ερωτικού πρωτογονισμού, μέσα στον οποίον η λαγνεία απλώς επιβεβαιώνει την εσώτερη παρουσία της.

Ο Καραγάτσης δεν είναι πεζογράφος της φλύαρης υπερβολής και δεν προσδοκά απ' τον αναγνώστη να τον κατατάξει σε μια ταξινόμηση κάποιων ρευμάτων που ίσως επηρέασαν το έργο του. Ίσως τις ρίζες του να τις αναζητήσουμε στον Μπαλζάκ, στον Φλομπέρ και ίσως-ίσως στους μεγάλους Ρώσους κλασικούς, με τους οποίους τουλάχιστον στην περιγραφή και τη δομή του έργου να βρίσκονται μαζί στο ίδιο μονοπάτι. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να πούμε ότι ο συγγραφέας θα επιμείνει στη δραματικότητα της έκφρασης, η οποία αφού κορεστεί με τη ρωμαλέα περιγραφή των ηφαιστειακών εκδηλώσεων του έρωτα, θα προσγειωθεί στη γαλήνια ηρεμία του θεσσαλικού κάμπου.

“Όταν ο ήλιος βασίλεψε κάτω, στην άκρη του ατέλειωτου κάμπου”, θα πει ο συγγραφέας, “οι θεριστάδες μ' ένα λαχάνιασμα ίσιωσαν το κορμί τους, ύστερ' απ' το σκύψιμο μιας ολόκληρης ημέρας. Το βραδινό αεράκι θρόισε απαλά μέσα στα στάχυα. Πάνω στα λιγοστά δέντρα – τα ξεραμένα από την κάψα και τον λίβα – κούρνιασαν οι στερνές κάριες, μέσα σ' όργιο από φωνές”.

Ο συγγραφέας βέβαια δεν θα περιοριστεί στην παραπάνω νατουραλιστική εικόνα που το φως της μας τυφλώνει από τις πρώτες γραμμές της νουβέλας που σχολιάζουμε. Και δεν θα μείνει σ' αυτό. Θα μπει μέσα στην ψυχοσύνθεση των απλών ανθρώπων που ζουν στο περιθώριο της κοινωνικής δομής, όπου η αθλιότητα, η φτώχια και η καταδυνάστευση δεν δίνουν τη δυνατότητα γέννησης της ελπίδας που βρίσκεται στο κέντρο του έργου του Καραγάτση. Αλλά ας δούμε κι αυτή την πλευρά των ξωμάχων:

“Μέσα απ' τους ιδρωμένους κόρφους βγήκαν μαντίλια λερά, γεμάτα μ' ένα κομματάκι ψωμί κρίθινο, ένα κρομμύδι, δυο σκλίδες σκόρδο. Τα τσιμπούκια γέμισαν λαθραίο καπνό, κλεμμένο απ' τους αυλαγάδες των καραγκούνηδων. Κάποιο βιολί αντήχησε παράξενα. Μια σπασμένη αντρίκια φωνή το συνόδεψε. Η νύχτα ακολουθούσε αργά το μακρόσυρτο δείλι του καλοκαιριού”.

Διάβασα τώρα ακόμα μια φορά το Μπουρίνι, με την ευκαιρία του αφιερώματος της Ομπρέλας και ομολογώ ότι έχω την αίσθηση ότι στον διαδραμώντα χρόνο από την εποχή της εφηβείας μου τίποτα δεν άλλαξε μέσα μου. Θα παραμείνει ακέραιο το κεφάλαιο στη ζωή μας, της στηλίτευσης της κοινωνικής αδικίας και της εκμετάλλευσης, όπως ο μεγάλος πεζογράφος τα περιέγραψε, έστω κι αν ούτε και ο ίδιος ποτέ δεν θέλησε έτσι να χαρακτηρίσει το πολυδιάστατο έργο του. Σ' όλους εμάς, η ιστορική, λαογραφική και κοινωνική διάσταση του συγγραφέα μας δίνει την αίσθηση της αναγκαιότητας του χαρακτηρισμού του έργου του ως διαχρονικό.

ΣΕΦΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΑΚΟΣ
Ιστορικός συγγραφέας - Δοκιμιογράφος

Δεν υπάρχουν σχόλια: