Δευτέρα, 12 Απριλίου 2010

Τεύχος 84 - επιλεγμένο κείμενο

Κωνσταντίνος Μπούρας: Από την ποίηση της εξορίας στην εξορία της ποίησης

Ποιος γίνεται ποιητής σε αντιποιητικούς καιρούς; Ποιος διαλέγει την αυτοεξορία και τη μοναξιά σε εποχές αφθονίας και υπερκατανάλωσης; Ποιος επιλέγει τον τρόμο και τη σιγαλιά της λευκής σελίδας που επιμένει - ή αρνείται - να γεμίζει; Οι πεζογράφοι εξαργυρώνουν σχετικώς πιο γρήγορα και ευκολότερα το όποιο τάλαντό τους, κι αν είναι τυχεροί και οι εκδοτικές συγκυρίες τους ευνοήσου, μπορούν να ζήσουν - ή και να θησαυρίσουν ακόμα - από τους καρπούς της τέχνης τους - ή της τεχνικής τους. Οι ποιητές όμως είναι καταδικασμένοι στην αφάνεια, στην ανυπαρξία. Είναι σαν τους σαλούς του Μεσαίωνα που το σύστημα τους κρεμάει κουδούνια για να ειδοποιούνται εγκαίρως οι «υγιείς» και να μην «μολύνονται» από το σαράκι της στιχοποιίας. Κι αν δεν τους λοιδωρήσουν μέχρι εξαντλήσεως, ακόμα κι αν γλιτώσουν τον εξευτελισμό και τη γελοιοποίηση, καταδικάζονται ισόβια – χωρίς αναστολή – σε ένα μισόφωτο περιορισμένης δημοσιότητας και αναγνώρισης μέσα στα όρια του γκέτο των ποιητικολογούντων. Ποιος εχέφρων άνθρωπος θα διάλεγε κάτι τέτοιο; Προφανώς κάποιος που δεν μπορεί να πράξει αλλιώς.

Ο ποιητής είναι σίγουρα ο εκλεκτός του Αγνώστου, που μερικοί το λένε θεό, μοίρα, υπερπέραν, νομοτέλεια, μεταφυσική, Ανάγκη, Ειμαρμένη και ούτω καθεξής. Ο ποιητής είναι μάρτυρας, αυτοδύτης των μύθων. Βουτάει χωρίς μάσκα στα βαθιά του συλλογικού ασυνειδήτου και ανασύρει σφουγγάρια, κοράλλια και χαμένα πετράδια από το θησαυροφυλάκιο της Γνώσης. Μόνος του εξοπλισμός το θράσος και η έπαρση, η αλαζονεία και η περηφάνια ότι αυτός μπορεί να τα καταφέρει εκεί που οι άλλοι απέτυχαν και χάθηκαν για πάντα, παρασυρμένοι από τη μέθη του βυθού και το μαυλιστικό τραγούδι των σειρήνων. Και πολλοί χάνονται. Όλοι οι παρεπιδημούντες στον Παρνασσό της Ποίησης γνωρίζαμε και κάποιον που αυτοκτόνησε ή μαράζωσε πρόωρα, που άσπρισαν τα μαλλιά του από την αγωνία της γραφής. Κι όμως συνεχίζουμε. Και σας ερωτώ: ποιος λογικός φιλάει λεπρούς; Ποιος επιμένει να κολλήσει μια αρρώστια που μόνο πίκρες και βάσανα θα του φέρει; Ή – για να το πω πιο απλά – ποια είναι η ανταμοιβή μας; Ίσως η ηδονή και η οδύνη της ύπαρξης μέσα από τη γραφή.

Το ποίημα δεν βρίσκεται στο τυπωμένο χαρτί. Αυτό είναι μόνο η δυσδιάκριτη κορυφή του παγόβουνου. Το ποίημα συντελείται κάπου βαθιά μέσα μας κι όταν επιχειρήσουμε να το καταγράψουμε αυτό αμέσως εξανεμίζεται. Σαν τη μέδουσα που αμέσως μαραίνεται όταν τη βγάλεις στην ξηρά. Όσοι από εμάς το συνειδητοποιούμε αυτό γινόμαστε με τα χρόνια ταπεινοί, μελαγχολικοί ίσως. Κάποιοι είναι επίμονοι. Παλεύουν χρόνια και χρόνια γράφοντας και ξαναγράφοντας το ίδιο ποίημα. Και πάντα αποτυγχάνουν. Και πέφτουν και «βάζουν μπρος τα δυο τους χέρια» και ξανασηκώνονται. Γιατί; Γιατί απλώς δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς. Παρατηρείται μια πληθώρα ποιητικών βιβλίων και στα περισσότερα από αυτά κραυγάζει μια εκφραστική ανεπάρκεια τόσο πασιφανής που απομακρύνει τους επίδοξους αναγνώστες και κατασυκοφαντεί το προϊόν της ποίησης. Κι όπως μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά, έτσι γελοιοποιούνται και περιθωριοποιούνται από την οικογένειά τους και την κοινωνία και άξιοι εργάτες της τέχνης της Μούσας Ερατώς.

Ναι, το να γράφεις ποίηση στην Ελλάδα σήμερα είναι μια ισόβια εξορία χωρίς ελπίδα επανένταξης στον «υγιή» κοινωνικό ιστό. Μέσα σε όλα αυτά τίθενται και δυσεπίλυτα συνδικαλιστικά προβλήματα συνταξιοδότησης, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, αναγνώρισης του πνευματικού έργου των λογοτεχνών και της δίκαιης απονομής βραβείων… Προβλήματα που δεν βρίσκουν λύση ίσως και λόγω της υπερπληθώρας των λογοτεχνικών σωματείων και εταιριών, λόγω του συντεχνιακού κλίματος και των μικροσυμφερόντων κλειστών παρεΐστικων κύκλων που απομακρύνουν τους άλλους και αυτοπεριθωριοποιούνται.

Τελικά, στην ποίηση, όπως και σε όλα τα γκέτο, υπάρχουν ιδιότυποι άγραφοι νόμοι και μια σκιώδης ιεραρχία και παχιά αξεπέραστα τείχη που απομονώνουν τους «διαφορετικούς» από τον έξω κόσμο των «κανονικών». Καιρός να αναρωτηθούμε – σαν τον Καβάφη – ποιος έχτισε αυτά τα τείχη και πώς δεν το αντιληφθήκαμε. Τα τείχη αυτά τα χτίζουμε κάθε μέρα μόνοι μας και τα συντηρούμε, κι αγωνιούμε μήπως κάποια μέρα πέσουνε και γίνουμε ένα με τους άλλους, και εξομοιωθούμε με τους πεζολογούντες. Κι αυτός ο φόβος - ο βαθιά κρυμμένος μέσα μας - είναι ταυτόχρονα και ανομολόγητη ελπίδα σωτηρίας μας από την ιδιότυπη μοναξιά που μας καταδίκασε στην εξορία των ζωντανών και στον κόλαφο των πεθαμένων. Ίσως κάποια μέρα αφήσουμε την ποίηση στη Μούσα Ερατώ και φύγουμε όλοι εμείς προς άγνωστον κατεύθυνσιν για να σωθούμε. Ίσως πάλι - λέω - γίνουμε τόσοι πολλοί που θα είναι ποίηση η καθημερινή λαλιά μας. Το εύχομαι. Μέχρι τότε, αγαπητοί συνέγκλειστοι, υπομονή, χαρά κι εργασία!

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ
Συγγραφέας-θεατρολόγος

Δεν υπάρχουν σχόλια: