Τετάρτη, 14 Απριλίου 2010

Τεύχος 86 - επιλεγμένο κείμενο

Αγγελική Κομποχόλη, Θανάσης Κωσταβάρας: Ο έρωτας προς την Αγγελική

«Γι’ αυτό μη με ρωτήσεις πότε σε πρωτοαγάπησα.
Σε αγαπούσα από πάντα. Σε ζητούσα μέσα στα όνειρα».



Ο Θανάσης Κωσταβάρας, αισθαντικός ποιητής, αισθαντικός άνθρωπος, γεννήθηκε στην Ανακασιά του Βόλου το 1927. Νεαρός ακόμα συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση, όπου και τραυματίστηκε. Η σκληρή εμπειρία του πολέμου σημάδεψε με πολλούς τρόπους τη ζωή του, τη σκέψη του. Η νιότη του αντίκρισε κατάματα τον Θάνατο και γεύτηκε την ωμότητά του, στη διαλεκτική του όμως διαπραγμάτευση ο ποιητικός νους ανέγνωσε την οντολογική του ουσία και αποθέωσε τον Έρωτα. Η ποίησή του, απόηχος ψυχής και εξαγνισμός, έγινε μοίρα και μεταμόρφωση, κι ο ίδιος ένας «παθιασμένος αλχημιστής». Στον Φόβο του Ακροβάτη γράφει: Το σώμα του ποιητή «σαν το σφαγμένο δαμάλι τρέμει ανοιγμένο. Κι η κραυγή του πιο αστραφτερή απ’ το μαχαίρι, βγαίνει μέσα απ’ τα σκοτάδια της μοίρας του. Και σε καμιά άλλη ανάλωση, ούτε σε άλλη γραφή δεν ανασαίνει αυτή η αποκάλυψη. Γιατί μόνον η ποίηση μπορεί κι ανθίζει πέρα απ’ τον φόνο. Μόνο η δική της φωνή καθαρίζεται με το αίμα. Κι έτσι γεννιέται εκείνη η τρυφερή μουσική, που πλημμυρίζει τη νύχτα του κόσμου με φώτα και χρώματα. Κι αχνίζει η ψυχή του ανθρώπου, ζεστή μέσα στο ποίημα». «Μέσα στο σπίτι του ποιητή, σώζεται πάντα το πρόσωπο του ανθρώπου».

Αλλά το μεγαλείο της ποίησης
Βρίσκεται μέσα σ’ αυτόν τον συχνά μάταιο αγώνα
ενάντια στο χυδαίο και στο μάταιο.
…………………………………………………………………………
Όμως δεν ξεκινάει το ποίημα
πριν αποστάξει τις μνήμες
Πριν μεταγράψει την απόκρυφη γραφή που αφήνουν τα όνειρά του.
Πριν αστράψει το πνεύμα του.
Κι η ψυχή του γνωρίσει τη ζοφερή νύχτα της
μέσα στην αστραπή.

Αυτός που έχει απαρνηθεί τα πάντα στη ζωή
μόνο από έρωτα γι’ αυτή σκοπεύει το ακατόρθωτο.
Μόνο από έρωτα γι’ αυτή φιλοδοξεί το θαύμα.
(Αυτός που η δουλειά του μοιάζει τόσο σκοτεινή κι απόκοσμη.)
…………………………………………………………………………
Μέσα στη μοναξιά του προσπαθεί
να ρίξει φως στο απόλυτο σκοτάδι του θανάτου.

Εκείνη τη μυστική φωνή που υμνεί με πάθος τη ζωή
Που πολεμάει και ξορκίζει το θάνατο.

Tα ποιήματα είναι ο έρωτας της πιο αθώας ψυχής μας
Η πιο καθαρή ματιά πριν από το θάνατο.

Διάβασα πάλι όλα μου τα ποιήματα
που έχω γράψει για σένα
Τόσα πολλά λόγια
και τόσα λίγα τα ειπωμένα, τόσα στο βάθος τα ανείπωτα

Πόσο όμορφη είσαι όταν μιλάς.
Πόσο πιο όμορφη ακόμα όταν με κοιτάζεις.
Ανθίζει ο κόσμος γύρω σου
κι εγώ ευωδιάζω ολόκληρος.


Την ευωδιά αυτού του έρωτα μας καλεί να ανασάνουμε στην ποίησή του ο Θανάσης Κωσταβάρας, ενός έρωτα τρυφερού και ταυτόχρονα παράφορου, ολοκληρωτικά «προσηλωμένου» και άφοβα παραδομένου, στην αγαπημένη σύζυγο, στην «ασύγκριτα όμορφη», στη «φιλντισένια κι αγέρινη» Αγγελική, που «μοναδικά και αράγιστα έχει κλείσει στη σκέψη του για πάντα». Σ’ αυτήν αφιερώνει μερικούς από τους ωραιότερους στίχους του:

Α, εσύ που έρχεσαι μέσα απ’ τα ραγισμένα σύννεφα
Εσύ που προβάλλεις ξαφνικά μέσα από τα μαύρα σκοτάδια.
Ωραία όπως πάντα.
Όπως πάντα απ’ το πριν ωραιότερη.
Άνθη λευκά της μανόλιας φυτρώνουν απ’ τα χέρια σου.
Εξαίσιοι πίδακες από στιλπνά κοχύλια φωτίζουν το χαμόγελό σου.
Όταν μικρά, μικρά κι ασίγαστα πουλιά, τα φιλιά σου
σκορπίζοντας γλυκιές φωνούλες διασχίζουν τη λύπη μου .

Θα μπορούσα να απαριθμήσω μία προς μία
όλες τις ώρες που έχω ζήσει κοντά σου.
Και μόνο απ’ τους χτύπους της καρδιάς μου
να μαντέψω πού είσαι, ποιο φόρεμα φοράς,
πώς έχεις χτενίσει τα μαλλιά σου
όταν σε περιμένω.
…………………………………………
Θα μπορούσα να μιλάω χρόνια για σένα.
……………………………………………
Θα μπορούσα να κάνω τα πάντα.
…………………………………………
Τόσο πολύ σ’ αγάπησα.

«Τόσο πολύ σ’ αγάπησα». Τούτος ο τελευταίος στίχος, βαθιά βιωμένος, όχι επιφανειακά ενθουσιαστικός, θα μπορούσε να ανήκει στη γυναικεία ποίηση. Η παραδοχή του απ’ τον άντρα (κι όχι η αποσιώπησή του) υπήρξε πάντοτε άρρητη γυναικεία προσδοκία και εντυπωσιάζει πως η τραχιά φύση ενός πρώην πολεμιστή, όπως ο Κωσταβάρας, «χαμένου ανάμεσα στα μέταλλα και τις λάμψεις με τους πληρωμένους φονιάδες» , έχοντας ζήσει ο ίδιος, τη νεανική του ζωή τουλάχιστον, «σαν το αγρίμι» (Αυτοβιογραφία), πράττει αυτό που η υπεροχή της αρσενικής εξουσίας συνήθιζε για αιώνες (και συνηθίζει;) να απαξιώνει: αισθαντικά να διεισδύει στην γυναικεία φύση και την πνευματικότητά της και ερωτικά, με σεβασμό, να την αποθεώνει.

Τέτοιους ποιητές-πολεμιστές, «σφαγμένους και κρεουργημένους» στα πεδία των μαχών, αναθαρρημένους στην «απροσμέτρητη δύναμη της αγάπης τους» για μια /προς τη γυναίκα, αυτήν που οι ίδιοι ορίζουν ως συντρόφευμα της φύσης τους και του ταξιδιού τους, που τους «εμψυχώνει» και εκπληρώνει την «ανάγκη για ομορφιά» στη ζωή τους, μια ομορφιά που εκ προοιμίου ο πόλεμος αναιρεί, τέτοιους ποιητές-πολεμιστές έχει να μας επιδείξει η παγκόσμια λογοτεχνία από τις πρώτες κιόλας δημιουργικές γραφές της. Και είναι σε αυτές τις εμπνευσμένες στιγμές που ο έρωτας γίνεται Παράδεισος, Γη της Επαγγελίας, Κήπος της Εδέμ και η γυναίκα η ζωογόνος δύναμή του, και αρκεί απλά και μόνο η απουσία της για να τον μετατρέψει σε «καμένο δάσος» και έρημη γη.

Τέτοιοι όμως έρημοι τόποι, συνδεδεμένοι με την ερωτική στέρηση και την απώλεια της αγαπημένης , είναι ελάχιστοι στην ποιητική γεωγραφία του Κωσταβάρα. Ο ίδιος υπακούοντας «στο πάθος του και στους μυστικούς ρυθμούς που ορίζουν τη σκέψη του», «ξεκινώντας απ’ το τίποτα», έχει τη δύναμη, αντιγράφοντας τον Παράδεισο, να «φτιάχνει καινούργιο κήπο» κάθε φορά και να τον προσφέρει σε εκείνη που στέκεται στο βάθος τού είναι του, αντικείμενο του ερωτικού του πόθου και κέντρο της ύπαρξής του, στην Αγγελική. Κι αν οι τόποι με την πλούσια βλάστηση είναι μεταφορικά, όπως τους ορίζει ο Lutwack, «pleasant and erotic», ο κήπος -που στην ποίηση του Κωσταβάρα κατέχει ιδιαίτερη θέση, αν κρίνει κανείς από τους τίτλους των ποιημάτων και των ποιητικών του συλλογών - γίνεται ο ειδυλλιακός τόπος συνάντησης του ποιητή με το προσωπικό του πεπρωμένο: είναι «ο κήπος με τα παραμύθια, ο κήπος με τα θαύματα, ο ευθαλής κήπος του έρωτα», εκεί όπου «η ψυχή, ψηλαφώντας το βάθος της γνώσης, απελευθερώνεται και αποκαλύπτει το αίνιγμά της», αποπνέοντας μεθυστικές τις μυρωδιές της, «γιασεμί που μοσκομυρίζει αίσθημα» και βασιλικό, «που και ξερός ακόμα συνεχίζει να ευωδιάζει».

Η οσμή είναι η αίσθηση που συνοδεύει τη ψυχή στην υπερβατικότητά της , το εύοσμο ονειρικό αποτύπωμα των αγγέλων, «όταν διπλώνουν τα φτερά τους και ευτυχισμένοι γυρίζουν να κοιμηθούνε στον Παράδεισο» , αλλά και της αγαπημένης, που «άσπρα φορεί και σαν τη γαρδένια ευωδιάζει» , της Αγγελικής, το όνομα της οποίας και η μορφή, «σάμπως να ανθίζει στο όνειρο» των εξώκοσμων αυτών αιθερικών οντοτήτων.

Τούτο το ποιητικό στοιχείο, πλατύ στη λυρικότητά του, γίνεται και εθνολογικό, καθώς η λαϊκή παράδοση το αγκαλιάζει και φτιάχνει μοσχομυρισμένα γοητευτικά πλάσματα, αιθέριες παραμυθιακές ηρωίδες και ονειρικές νεράιδες , που φωλιάζουν στις φυλλωσιές των δένδρων και στα πέταλα των λουλουδιών, αφήνοντας το ουράνιο άρωμα τους. Είναι ο κόσμος με την ομορφιά του, σε θρησκευτικό δέσιμο με τη φύση, καθώς εγκλείει μέσα του το θεϊκό στοιχείο (και την παντοδυναμία του), δέσιμο που ύμνησε η αρχαιότητα , με λατρευτικές μορφές πολυάριθμες στη σφαίρα της βλάστησης , κι αρνήθηκαν μετά οι χριστιανοί Πατέρες, για να μη γίνει ο άνθρωπος σκλάβος στα πράγματα: «amore subduntur eis, et subditi iudicare non possunt». «Έτσι όμως ο κόσμος δεν έχασε μόνο τον θεό του, αλλά και τη ψυχή του».

Κι αν η γη σχετίζεται με το γυναικείο σώμα, γιατί όπως ομολογεί ο Lutwack, η γυναίκα «woman has functions of reproduction and alimentation similar to earth’s and her menstrual cycle corresponds to the movements of earth’s satellite, the moon» , oι ευωδιές ακόμα περισσότερο παραπέμπουν στη γυναικεία φύση «καθώς οι γυναίκες θεωρούνται το φύλο το ευωδιαστό», τουλάχιστον στη Δύση, και είναι διαδεδομένη και στην Ελλάδα η λαϊκή πεποίθηση «πως οι γυναίκες πρέπει να ευωδιάζουν σαν τα λουλούδια, με τα οποία συνήθως παραλληλίζονται». Τούτη τη γυναικεία φύση ο Κωσταβάρας, χωρίς συμπλέγματα, την υμνεί, την τιμά στο πρόσωπο της αγαπημένης του, της Αγγελικής, όταν αυτή «σαν τα τριαντάφυλλα όμορφη κοιμάται» και «ο ύπνος της είναι πράσινος, σαν το χορτάρι» και «τα τζιτζίκια σωπαίνουν για να μην τη ξυπνήσουν» και «σταματούν το πέταγμά τους οι μέλισσες». Είναι η «μοσκοαναθρεμμένη στον ύπνο της», αυτή για την οποίαν ο έρωτας του ποιητή, έρωτας αποκλειστικός, απόλυτος και αδιαπραγμάτευτος, ο ιδεατός έρωτας της γυναικείας ψυχής, του δίνει «έπαρση» για να της τραγουδάει:

Μες στα μάτια μου απλώνεσαι σαν ανθισμένο πέλαγος
Κι από τη σκέψη μου φυτρώνεις λουλούδι.
Κόκκινο ρόδο φυτρώνεις κι άσπρη καμέλια γίνεσαι.
Και κίτρινο χρυσάνθεμο λάμπεις, όπως ο ήλιος ήλιε μου.
Και σε έχω κοντά μου όλες τις εποχές κι όλες τις ώρες.
Κι είσαι μέσα στην κάμαρά μου η θάλασσά μου κι ο κήπος μου.
Μα περισσότερο με μαγεύεις μέσα στην καταπράσινη Άνοιξη.
Έτσι καθώς μου απλώνεις κάτω απ’ τα δέντρα τα χέρια σου
κι ευωδιάζει ο τόπος.
Όπως όταν το ίον το εύοσμον, ο μεθυστικός μενεξές
ξεδιπλώνει στο ανάλαφρο αεράκι τα φύλλα του.
(Πώς να σε τραγουδήσω)

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΟΜΠΟΧΟΛΗ Φιλόλογος-Δρ. Λαογραφίας

Δεν υπάρχουν σχόλια: