Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

Τεύχος 90 - Επιλεγμένο απόσπασμα

Νίκος Τσούλιας: Ουμανιστικά γράμματα του Α. Καμύ

«Τα γράμματα σ’ ένα φίλο Γερμανό» του Α. Καμύ μπορεί να αποτελέσουν ένα σχέδιο αυτοκριτικής της Ευρώπης για τον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο, ένα ντοκουμέντο διακήρυξης της Ενωμένης Ευρώπης για ένα «φωτεινό» μέλλον, ένα κείμενο αυτογνωσίας του ανθρώπου.

Ο βρόχος του θανάτου
Είναι εδώ και χρόνια πολλά η μεγάλη μου απορία: Πώς έγινε αυτή η φρικιαστική περιπέτεια του σκοτεινού ναζισμού στην Ευρώπη; Πώς ο μεγάλος πνευματικός πλούτος του Δυτικού πολιτισμού, τα διαφωτιστικά ρεύματα και η δημοκρατική παράδοση του κοινοβουλευτισμού και των ιστορικών κοινωνικών κινημάτων δεν απέτρεψαν αυτή την εφιαλτική εικόνα της επίγειας κόλασης; Πώς οι πολύπαθοι λαοί της γηραιάς ηπείρου, που βρίσκονταν με νωπή την εφιαλτική εμπειρία του Πρώτου Πολέμου και σε τροχιά πολύπλευρης ανάπτυξης, δεν αντιστάθηκαν στη βαρβαρότητα της πολεμικής μηχανής και στην εξαθλίωση; Μήπως ισχύει άραγε η επισήμανση του Τσόμσκι, ότι «κατά την τελευταία χιλιετία ο πόλεμος αποτέλεσε την κύρια δραστηριότητα των ευρωπαϊκών κρατών» (Τσόμσκι, Ν., 2004, 90), και εμείς θολωμένοι από την έννοια της οικονομικής κυρίως ανάπτυξης δεν τη βλέπουμε; Μήπως το όλο ζήτημα ήταν θέμα των οπαδών του φασισμού, οι οποίοι «είχαν μάθει να βλέπουν τα πράγματα μέσω των εννοιολογικών μοντέλων, χωρίς να σκέφτονται καθόλου, μέσω των termini technici, που αποτελούν πάντα το υπόλοιπο που μένει όταν η γλώσσα καταρρέει» (Χορκχάιμερ, Μ., Αντόρνο, Τ., 1986, 231), και δεν αφορούσε τους άλλους; Μήπως συμβαίνει κάτι βαθύτερο που συνδέεται με την ίδια τη φύση του πολιτισμού μας; Μήπως, δηλαδή, «ο εκμηχανισμός είναι οπωσδήποτε ικανός να στρεβλώσει, να καταστρέψει και να αναδημιουργήσει τούτη ή εκείνη τη δομή ενός πολιτισμού, αλλά ο ίδιος δεν είναι πολιτισμός» και έτι περαιτέρω «ο πόλεμος, ο των πάντων γεννήτωρ, bellum omnium mater, γέννησε και τον σύγχρονο κόσμο»; (Braudel, F., 2002, 186, 444). Αλλά αυτός δεν ήταν απλώς κάποιος πόλεμος, ήταν η απόλυτη αμαύρωση του ανθρώπινου προσώπου, η κατάρρευση της έννοιας του ανθρώπου. Ό,τι συνέβη στα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν ήταν συμβάντα στα πλαίσια ενός πολέμου. Ήταν η απόλυτη καταρράκωση όλης της προσπάθειας εξανθρωπισμού του ανθρώπου, όπου γης και όπου χρόνου. Ήταν η άβυσσος της μισαλλοδοξίας που δεν κατάπιε απλά και μόνο (!) εκατομμύρια ανθρώπινες ζωές, αλλά σαν συμπαντική «μαύρη τρύπα» απορρόφησε όλη την φωτεινή ιστορία της ανθρωπότητας. Ή μήπως συμβαίνει κάτι άλλο, ότι, δηλαδή, ο άνθρωπος δεν έχει εισέλθει στη φάση της ιστορίας του και βρίσκεται ακόμη στην προϊστορία του (επομένως σε φάση βαρβαρότητας – κάτι που τεκμηριώνεται, αν αναλύσουμε τις ζώνες φτώχειας, ανέχειας και πολέμων σε όλη τη γη), όπως ισχυριζόταν ο αξέχαστος Μ.Ν. Ράπτης σε συνέντευξή του στον γράφοντα; Και η γενιά που έζησε τη φρίκη είναι εδώ, ζει. Και κανένας δεν συζητά τι έγινε, πώς φτάσαμε σ’ αυτόν τον εφιάλτη. Γιατί εξήντα χρόνια μετά δεν αποσείεται η ενοχή με τη σιωπή, δεν μπορείς να κοιτάξεις το μέλλον χωρίς να κουβεντιάσεις και να πονέσεις αντιμετωπίζοντας τις βαριές εκκρεμότητες του παρελθόντος (ουσιαστικά του παρόντος, αν λάβουμε υπόψη τη μακροκλίμακα της ιστορικής περιόδου, της μετανεωτερικότητας).

«Μετά το Άουσβιτς δεν μπορεί να ξαναγραφεί ποίηση», τόνισε με έντονο συμβολισμό αυτοκριτικής ένας μεγάλος φιλόσοφος της εποχής. Και πράγματι. Να γραφεί ποίηση, για να πει τι; Να αναφερθεί στον κόσμο των ευαισθησιών, της πνευματικής ενατένισης, της συναδέλφωσης λαών και ανθρώπων; Να ανιχνεύσει και να προαναγγείλει ένα φωτεινό μέλλον με τη βαριά σκιά του παρόντος πάνω της; Αλλά και πέρα τούτων. Υπήρξε κάθαρση; Ήταν οι δίκες μερικών ενόχων η αποτίναξη της ιστορικής ευθύνης του παρελθόντος και κυρίως η αφετηρία ενός καλύτερου μέλλοντος της ανθρωπότητας;

Όταν διάβασα για πρώτη φορά το βιβλίο «Στάλαγκ» του Όμηρου Πέλλα, που κατέγραφε τον όλεθρο του ανθρώπου στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, άλλαξε ο τρόπος θεώρησής μου της πραγματικότητας, της «πραγματικής πραγματικότητας», εκείνης που την κουβαλάει κάθε άνθρωπος βαθιά μέσα στην ψυχή του. Οι εικόνες του βιβλίου είναι εφιάλτης για κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο. Ακόμα αυτές οι σκιές είναι μόνιμοι άποικοι της σκέψης μου, όταν επιχειρώ να ανιχνεύσω την εικόνα του ανθρώπου. Οι εικόνες είναι μόνιμα παρούσες στη σκέψη μου. Οι αρθρώσεις έτριζαν καθώς οι σκελετοί προσπαθούσαν να περπατήσουν, να σηκωθούν στα δύο πόδια, όπως έκαναν οι μακρινοί πρόγονοί μας για να ξεχωρίσουν επιτέλους από τα τετράποδα ζώα και να φτιάξουν το θαυμαστό δημιούργημα του ανθρώπου. Η ελπίδα των σύγχρονων μαρτύρων πλάι στον θάνατο, η ανθρωπότητα να σιωπά, οι «Εκκλησίες», ιδιαίτερα η Καθολική, να ευλογούν γενικά και αόριστα (τι αξία έχει η θρησκεία αν καταρρέει μπροστά στον κίνδυνο;) (Γουέλς, Χ., χ.χ., 111) ή να παίρνουν ουδέτερη στάση(!), οι σκελετοί να προσπαθούν να παλέψουν για τη ζωή, να μην παραιτηθούν, να ζήσουν λίγο παραπάνω.

«Όταν ερχόταν να σηκωθούμε το πρωί, όσοι ήταν ζωντανοί κοίταζαν και γύρω τους μπορεί να υπήρχαν δύο ή τρεις νεκροί. Το μόνο που υπήρχε ήταν θάνατος, θάνατος, θάνατος. Θάνατος το βράδυ, θάνατος το πρωί, θάνατος το απόγευμα. Διαρκώς ο θάνατος… Να πεθάνω ελεύθερος, αυτό ήταν το όνειρό μου. Ας με πυροβολήσουν αλλά σαν ελεύθερο άνθρωπο… Τα νεκρά πτώματα ζωντάνευαν. Αποσυντίθετο και ξεπρόβαλλαν από τις τρύπες. Τα πάντα ήταν γεμάτα με αίμα και χώμα, κι έπρεπε να τα βγάλουμε με τα χέρια μας. Δεν έμοιαζαν με πτώματα. Ήταν σα μια σαπισμένη μάζα. Έπρεπε να σκάψουμε μέσα σ’ αυτή τη μάζα, και μερικές φορές τραβάγαμε ένα κεφάλι, ένα χέρι ή ένα πόδι... Θυμάμαι ότι σκέφτηκα πως ήταν μια υπέροχη νύχτα με αστέρια – πραγματικά ήσυχη [...] 3.000 άνθρωποι πέθαναν. Τίποτα δε συνέβη. Τα αστέρια είναι στην ίδια θέση… Είδαμε σκελετούς να περπατάνε, τα χέρια και τα πόδια τους ήταν σαν σπίρτα, τα κόκαλά τους εξείχαν μέσα από τα υπολείμματα του δέρματός τους. Η δυσωδία στο στρατόπεδο ήταν ανυπόφορη». (Rees L., 2005, 94, 95, 130, 231, 297). «Ποτέ δεν θα ξεχάσω εκείνη τη νύχτα, την πρώτη νύχτα που πέρασα στο στρατόπεδο, που μετέτρεψε όλη μου τη ζωή σε μια μακριά, επτασφράγιστη νύχτα. Ποτέ δεν θα ξεχάσω τα προσωπάκια των παιδιών που ‘χα δει τα κορμάκια τους να μετατρέπονται σε τουλίπες καπνού κάτω από το βουβό γαλάζιο τ’ ουρανού. Ποτέ δεν θα ξεχάσω εκείνες τις φλόγες που έκαψαν για πάντα την πίστη μου. Ποτέ δεν θα ξεχάσω τη σιωπή εκείνης της νύχτας που μου στέρησε για πάντα την επιθυμία για ζωή. Ποτέ δεν θα ξεχάσω εκείνες τις στιγμές που σκότωσαν το Θεό μου, την ψυχή μου και τα όνειρά μου, τα οποία πήραν την όψη της ερήμου (Βιζέλ, Ε., 2006, 66). «Τα σώματα ήταν πεσμένα το ένα πάνω στο άλλο και στοιβαγμένα κολλητά – αλλού τα πόδια, αλλού το κεφάλι. Σχημάτιζαν έναν σωρό που ξεπερνούσε το ένα μέτρο… Προσπάθησα να σύρω ένα πτώμα, αλλά το δέρμα έγινε κομμάτια και μου ‘μεινε στα χέρια. Ήταν φρικτό» (Βενέτσια, Σ., 2008, 115, 117).

«Μια πόρτα ανοιχτή»
Αυτή η ιστορία είναι μια διαρκής εκκρεμότητα για όλη την ανθρωπότητα. Είναι παρούσα σε κάθε σχέδιό μας, συλλογικό και προσωπικό. Με αυτή την ιστορία προσπαθεί να αναμετρηθεί ο Α. Καμύ. Από πού να κρατηθεί για να αγγίξει αυτό το έγκλημα κατά του ανθρώπου; «Πάντοτε, στη δυστυχία, αφήνει η τύχη μια πόρτα ανοιχτή, για να μπορεί να διορθώνεται το κακό, είπε ο Δον Κιχώτης» (Θερβάντες, Μ., 2005, 161). Αυτή την πόρτα προσπαθεί ο Α. Καμύ, ο διανοούμενος του ανθρωπισμού και της ευαισθησίας, να την κρατήσει ανοιχτή, γράφοντας το 1943 σε ένα φίλο Γερμανό που κάποιος (ποιος;) τον έχει κάνει εχθρό, εν μέσω πολέμου, στο μαύρο σκηνικό της απόλυτης εξαθλίωσης του ίδιου του Λόγου. «Εδώ και τρία χρόνια φέρατε τη νύχτα στις πόλεις μας και στις καρδιές μας…Τι είναι αλήθεια; Λέγατε. Ίσως – αλλά ξέρουμε τι είναι το ψέμα: είναι ακριβώς αυτό που μας μάθατε. Τι είναι το πνεύμα; Ξέρουμε το αντίθετό του, που είναι το έγκλημα».

Ο Καμύ νοιάζεται για την πατρίδα του κάθε ανθρώπου. Πονά για την εστία που δίνει ταυτότητα στην προσωπικότητά μας, αλλά θέτει το διακύβευμα μπροστά από αυτή την αγάπη. «Όχι δεν την αγαπούσα [τη χώρα μου], αν δεν σημαίνει αγάπη το να καταγγέλλουμε ό,τι δεν είναι δίκαιο μέσα σ’ αυτό που αγαπάμε, αν δεν σημαίνει αγάπη το να απαιτούμε από το αντικείμενο της αγάπης μας να εξοικειώνεται με την ωραιότερη εικόνα που έχουμε γι’ αυτό». Οραματίζεται μια άλλη Ευρώπη, μακριά από τη βαρβαρότητα και την ισχύ της εξουσίας και των όπλων. «Λέτε Ευρώπη, αλλά έχετε στο μυαλό σας γη για στρατιώτες, σιταποθήκες, βιομηχανίες υποταγμένες, κατευθυνόμενη διανόηση… Κρίνατε αν αυτή η Ευρώπη, που τα σύνορά της είναι η μεγαλοφυΐα μερικών ανθρώπων κι η βαθιά καρδιά όλων των λαών της, διαφέρει απ’ αυτή τη χρωματισμένη κηλίδα που βάλατε πάνω σε προσωρινούς χάρτες». Ο δικός του καταστατικός χάρτης για την ευρύτερη πατρίδα, την Ευρώπη, είναι εντελώς διαφορετικός. «Ποτέ δεν χάσαμε μια ιδέα και μια ελπίδα, την Ιδέα και την Ελπίδα της Ευρώπης... Αλλά για εμάς είναι η γη του πνεύματος, όπου εδώ και είκοσι αιώνες το ανθρώπινο πνεύμα συνεχίζει την πιο καταπληκτική του περιπέτεια… Η δική μας [Ευρώπη] είναι μια κοινή περιπέτεια που θα τη συνεχίσουμε, παρά τη θέλησή σας, μέσα στον άνεμο της διανόησης… Είναι μια θαυμαστή γη καμωμένη από μόχθο και ιστορία». Είναι η απάντηση σε εκείνους τους Ναζί στρατιώτες που απολογήθηκαν – στη συνείδησή τους(;) - μετά τον πόλεμο τόσο ανεύθυνα, τόσο χυδαία: «η αλήθεια είναι ότι δε ζητούσαμε να μάθουμε τους λόγους για οτιδήποτε συνέβαινε». (Rees L., 2008, 167).

Ο Καμύ θα σταθεί στο ζήτημα με απόλυτη προσήλωση, γιατί από εδώ εκπηγάζει η σκιά της ιστορίας. Υποστασιοποιεί και σημασιοδοτεί τον κόσμο του ουμανισμού και της βαθιάς επίγνωσης του ιστορικού ρόλο του ανθρώπου. «Η πάλη που διεξάγουμε έχει τη βεβαιότητα της νίκης, επειδή έχει την επιμονή των ανοίξεων… Γιατί όλα αυτά τα τοπία, αυτά τα λουλούδια, αυτά τα οργώματα, αυτή η γηραλέα γη σας αποδείχνουν κάθε άνοιξη ότι υπάρχουν πράγματα που δεν μπορείτε να πνίξετε στο αίμα… Όλα αυτά τα λουλούδια κι αυτές οι πέτρες, αυτοί οι λόφοι και αυτά τα τοπία, όπου ο χρόνος των ανθρώπων κι ο χρόνος του κόσμου έσμιξαν τα γέρικα δέντρα με τα μνημεία. Η θύμησή μου έλιωσε αυτές τις απανωτές εικόνες για να φτιάξει μ’ αυτές ένα μόνο πρόσωπο, το πρόσωπο της πιο μεγάλης μου πατρίδας». Αναζητά το ίδιο νήμα, που διατρέχει όλο το πνευματικό έργο του. Να ερμηνεύσει το «παράλογο» και να δώσει νόημα στη ζωή του ανθρώπου. «Αλλά ξέρω ότι μέσα του κάτι έχει νόημα κι είναι ο άνθρωπος, γιατί είναι η μόνη ύπαρξη που απαιτεί να ‘χει νόημα. Αυτός ο κόσμος έχει τουλάχιστον την αλήθεια του ανθρώπου και χρέος μας είναι να δικαιώσουμε τον αγώνα του ενάντια στο ίδιο του το πεπρωμένο». Πρόκειται για τις ίδιες αναζητήσεις που διατρέχουν τα πνευματικά έργα και άλλων διανοούμενων, είτε πρόκειται με τη μορφή διλήμματος «η πρόοδος του Λόγου που οδηγεί στην αυτοκαταστροφή έχει φθάσει στο τέλος της: τίποτα άλλο δεν απομένει παρά βαρβαρότητα ή ελευθερία» (Horkheimer, M., 1988, 47), είτε με τη μορφή ερωτήματος «πώς σπάζει κανείς το κουκούλια για να γίνει πεταλούδα;» (Μαν, Τ., 1992, 496), είτε με τη μορφή του ελπιδοφόρου συμβολισμού της ποίησης του Ρίλκε «ακόμη και το πιο ξερό κλαρί μπορεί να τα καταφέρει και να δώσει ένα φύλλο, ένα άνθος, έναν καρπό» (Baer, U., 2009, 103-104).

«Ο Αλμπέρ Καμύ, μέσα από τον λογοτεχνικό ή πολιτικό λόγο ή και ενάντια σε αυτόν, θα αφιερωθεί σ΄ εκείνο που ο Τ.Σ. Ελιοτ ονομάζει αμείλικτη μάχη με τις λέξεις, που σκληραίνουν, ραγίζουν, γλιστρούν, χάνονται», γράφει ο βιογράφος του Ολιβιέ Τοντ. Αλλά και ο Ιταλός φιλοσόφος Πάολο Φλόρες ντ' Αρκάις, σε διεθνές συμπόσιο αφιερωμένο στον Καμύ, που έγινε στις 29 και τις 30 Νοεμβρίου 2002 στο Παρίσι, θα αναδείξει την βαθύτερη δράση του Γάλλου στοχαστή: «Ο Καμύ υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους διανοούμενους μεταξύ εκείνων που στρατεύθηκαν στην πάλη εναντίον του ολοκληρωτισμού. Και αυτό όμως χωρίς ποτέ να χρησιμοποιεί την πάλη εναντίον του ολοκληρωτισμού ως άλλοθι, για να αποφύγει τη ριζική κριτική της κοινωνίας στην οποία ζούσε».

Η απάντηση στο μεγάλο ερώτημα: αν «ο ορθός λόγος πέθανε στο Άουσβιτς» (Καντούρ, Ε., 2008, 695), δεν μπορεί παρά να κρίνεται εντός του πεδίου της ιστορίας μας, γιατί «η ελευθερία δεν είναι γεγονός στη φύση, η ελευθερία είναι το γεγονός του Λόγου» (Γκάνταμερ, Χ.-Γ., 2008, 248). Επομένως, βαραίνει η ματιά που ρίχνουμε στην ιστορία. Η ιστορία είναι πάντοτε μπροστά μας, είναι η μνήμη μας. Δεν μπορούμε να παραβλέψουμε την καθολικότητα των πιο απλών πραγμάτων ότι «ο θάνατος είναι η νύχτα της μνήμης: χωρίς μνήμη πεθαίνεις» (Γκάνταμερ, Χ.- Γ., 2003, 74) και ότι «η λήθη θα ήταν μια επικίνδυνη ύβρις» (Βιζέλ, Ε., 2006, 20). Αλλά πρέπει να αμφισβητηθεί η κρατούσα πολιτική αντίληψη ότι «η αγορά είναι ο κοινωνικός στίβος στον οποίο πραγματώνεται και κυριαρχεί η ‘ανθρώπινη φύση’» (Τσουκαλάς, Κ., 1991, 298), που γεννά τον ανταγωνισμό και τις ανισότητες και να ανατραπεί από μια κοινωνική πολιτική κουλτούρα, στην οποία θα επιδιωχθεί η αυτοπραγμάτωση και η χειραφέτηση κάθε ανθρώπου.

Ο ίδιος ο Καμύ επιζητεί την ενδότατη φύση του ανθρώπου στον πυρήνα της τραγικότητας της ύπαρξής του, και στο «Γράμματα σ’ ένα φίλο Γερμανό» ανασύρει τον απόλυτο ξεπεσμό του ανθρώπινου είδους μέσα από την «χοάνη του θανάτου και την καρδιά της κόλασης», επισκοπεί το διάβα του ανθρώπου πάνω σ’ αυτόν τον πλανήτη και νοηματοδοτεί την υπαρξιακή αγωνία του. «Αυτή τη νύχτα της Ευρώπης, όπου γλιστρούν οι καλοκαιριάτικες ανάσες, εκατομμύρια άνθρωποι, οπλισμένοι ή αφοπλισμένοι, ετοιμάζονται για τον αγώνα. Θ’ ανατείλει η αυγή, που θα είσαστε τελικά νικημένοι. Ξέρω πώς ο ουρανός που ήτα αδιάφορος στις σκληρές σας νίκες, θα ‘ναι το ίδιο αδιάφορος στη δίκαιη ήττα σας. Ούτε και σήμερα περιμένω τίποτα από κείνον. Αλλά τουλάχιστον θα’ χουμε βοηθήσει να σώσουμε το δημιούργημα από τη μοναξιά, όπου θέλατε να το βυθίσετε». Δεν ταλαντεύεται, είναι βαθιά εικονακλαστικός και γνωρίζει τη φοβερή δύναμη της δικαιοσύνης, γιατί «και στην πιο βουβή φρίκη, αρκεί καμιά φορά να μιλήσει ένας άνθρωπος και θαρρείς πώς όλα θα φτιάξουν», γιατί «οι σύντροφοί μας θα ‘ναι πιο υπομονετικοί από τους δήμιους και πιο πολλοί από τις σφαίρες», γιατί το «παράλογό του» συνδέεται με την πιο βαθιά ανθρώπινη αναζήτηση του αρχαίου ρητού: Homo homini res sacra (ο άνθρωπος είναι ιερός για τον άνθρωπο), γι’ αυτό αναγορεύει τη θυσία για έναν σκοπό ως νόημα καθ’ εαυτό: «είναι σπουδαίο να προχωράς προς το βασανιστήριο και το θάνατο, όταν ξέρεις από σίγουρη γνώση ότι το μίσος και η βία είναι πράγματα μάταια από τη φύση τους». Ο Καμύ επιβεβαιώνει διαρκώς με τον πιο επίμονο τρόπο τον σταθερό του προσανατολισμό για μια διανόηση που θα ανοίγει δρόμους για τον συστηματικό εξανθρωπισμό του ανθρώπου, ελεύθερη χωρίς «εντάξεις» που την περιορίζουν, για μια διανόηση που είναι οραματική ακριβώς γιατί είναι αγωνιστική, γιατί «η αληθινή γενναιοδωρία απέναντι στο μέλλον είναι να τα δίνεις όλα στο παρόν».

Βιβλιογραφία
1. Baer, U. (2009), Η σοφία του Ρίλκε, Αθήνα: Πατάκης.
2. Braudel, F. (2002), Η γραμματική των πολιτισμών, Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας.
3. Horkheimer, M. (1988), Το τέλος του λόγου, Αθήνα: Έρασμος.
4. Rees, L. (2005), Άουσβιτς, Αθήνα: Πατάκης.
5. Rees, L. (2008), Οι Ναζί, Αθήνα: Πατάκης.
6. Βενέτσια, Σ. (2008), Sonderkommando, Αθήνα: Πατάκης.
7. Βιζέλ, Ε. (2006), Η νύχτα, Αθήνα: Μεταίχμιο.
8. Γκάνταμερ, Χ.-Γ. (2008), Η απαρχή της γνώσης, Αθήνα: Πατάκης.
9. Γκάνταμερ, Χ.- Γ. (2003), Η απαρχή της φιλοσοφίας, Αθήνα: Πατάκης.
10. Γουέλς, Χ. (χ.χ.), Ο πόλεμος των κόσμων, Αθήνα: γνώση.
11. Θερβάντες, Μ. (2005), Ο Δον Κιχώτης, Αθήνα: Πατάκης.
12. Καντούρ, Ε. (2008), Βάλντεμπεργκ, Αθήνα: Πατάκης.
13. Μαν, Τ., (1992), Δόκτωρ Φάουστους, Αθήνα: Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος.
14. Τσόμσκυ, Ν. (2004), Ηγεμονία ή επιβίωση, Αθήνα: Πατάκης.
15. Τσουκαλάς, Κ. (1991), Είδωλα πολιτισμού, Αθήνα: Θεμέλιο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: